Όπως σας έχουμε προαναγγείλει, από προηγούμενη ανάρτησή μας, σας παρουσιάζουμε σήμερα, κατ’ αποκλειστικότητα, το αρχικό πλαίσιο απόψεων της «Δημοκρατικής Αλήθειας».
Είναι το κείμενο το οποίο τίθεται προς επεξεργασία στους φίλους και φίλες της Πολιτικής Κίνησης «Δημοκρατική Αλήθεια» για να υπάρξουν και οι απαραίτητες παρατηρήσεις. Στη συνέχεια -και σύμφωνα με τις πληροφορίες μας- θα διαμορφωθούν οι συλλογικές οριστικές θέσεις της Κίνησης και θα δημοσιοποιηθούν.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
(Πολιτική Κίνηση για την ανασυγκρότηση της Δημοκρατικής Παράταξης)
ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Η πολύπλευρη κρίση που μαστίζει την χώρα μας έφερε στο προσκήνιο, με μεγαλύτερη ένταση, την δημόσια προβληματική, για τις αλλαγές που χρειάζεται να γίνουν στο Πολιτικό μας Σύστημα. Σαν έναν από τoυς παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση. Και που πρέπει να μεταρρυθμισθεί, για να μην μπορεί να συμβάλει σε νέα κρίση στο μέλλον.
Υπάρχει κίνδυνος ενός σημαντικού λάθους. Να μπερδέψουμε την οργή κατά πολιτικών προσώπων -και πολιτικών ηγετών ακόμη- που έγιναν επίορκοι εκμεταλλευτές του πολιτικού λειτουργήματος, με την ανάγκη αλλαγών στο Πολιτικό Σύστημα, που τους επέτρεψε να γίνουν τέτοιοι.
Είναι άλλο πράγμα ο πολιτικός που «τα άρπαξε» ή που έγινε διαπλεκόμενος με επιχειρηματικά συμφέροντα ή που έκανε «επάγγελμά» του το ρουσφέτι. Και άλλο πράγμα το σύστημα λειτουργίας της πολιτικής, που τα επιτρέπει όλα αυτά ή δεν τα εμποδίζει, δεν τα ελέγχει και δεν τα τιμωρεί.
Όποια και όσα πολιτικά πρόσωπα και αν αλλάξουμε ή ρίξουμε στον καιάδα, δεν είναι καθόλου βέβαιο, ότι, μεταξύ εκείνων που θα τα διαδεχθούν, δεν θα υπάρξουν «επίορκοι», αν το σύστημα λειτουργίας της πολιτικής παραμείνει το ίδιο. Και αντίθετα, μπορεί γνωστά και ικανά πολιτικά πρόσωπα -που δεν έχουν βέβαια εγκληματήσει- να συμπεριφερθούν σωστά, εάν το πολιτικό σύστημα δεν τους επιτρέπει το αντίθετο.
Άρα το θέμα μας δεν είναι τόσο -και πάντως δεν είναι μόνο- ο εκτονωτικός της οργής μας κολασμός ή εξοβελισμός πολιτικών προσώπων.
Το θέμα μας είναι κυρίως η αλλαγή του Πολιτικού Συστήματος. Έτσι ώστε να μην είναι δυνατό για τον πολιτικό, ανέλεγκτα και ατιμώρητα, να αυθαιρετεί, να παρασπονδεί, να διαπλέκεται, να παρανομεί ή να ρουσφετολογεί.
Για να γίνουν κατορθωτά τα παραπάνω, πρέπει οι αλλαγές στο Πολιτικό Σύστημα, που θα αφορούν δημόσιους θεσμούς, κόμματα, κυβερνητικούς παράγοντες και πολιτικά πρόσωπα, να εμποδίζουν αποφασιστικά και να αποτρέπουν αποτελεσματικά τέτοιες πολιτικές παρασπονδίες και τερατογεννέσεις.
Αυτές οι διορθώσεις γίνονται με συνταγματικές και νομοθετικές αλλαγές. Μήτρα όλων το Σύνταγμα, ο υπέρτατος νόμος του κράτους.
Και, επειδή η συζήτηση για συνταγματικές αλλαγές θα ανοίξει προσεχώς, καλό είναι, αντί γενικώς να σιχτιρίζουμε, να απαιτήσουμε αλλαγές, που κατατείνουν στα παραπάνω απαραίτητα. Ώστε, όχι απλά να τιμωρηθούν επίορκοι πολιτικοί, για όσα κακώς έχουν διαπραχθεί και έχουν βλάψει την κοινωνία και την χώρα. Αλλά να μπει οριστικά φραγμός σε επανάληψη τέτοιων άνομων και αντικοινωνικών πολιτικών συμπεριφορών.
Μία γενική επισήμανση, πριν από όποια ειδική αναφορά. Αν δεν θέλεις να παρανομεί κάποιος, πριν φθάσεις στην ανάγκη να τον τιμωρήσεις, αφαίρεσε του τα κίνητρα της παρανομίας. Για αυτό, δεν αρκεί να καταργήσουμε ή να αλλάξουμε επί το αυστηρότερο τον απαράδεκτο νόμο περί ευθύνης υπουργών. Πρέπει να αλλάξουμε ριζικά το Πολιτικό Σύστημα.
Πάμε λοιπόν, να προβληματισθούμε, να προτείνουμε και να απαιτήσουμε...
1.- ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ
Το βασικό πρόβλημα της Προδρευόμενης Δημοκρατίας μας αποδείχθηκε ότι είναι η... δημοκρατικοφανής βραχυκύκλωσή της.
Ο εκλεγμένος Πρωθυπουργός και επικεφαλής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας παίρνει τα πάντα και ακυρώνει κάθε άλλη εξουσία. Σχηματίζει την Κυβέρνηση (Εκτελεστική εξουσία), ελέγχει την πλειοψηφία της Βουλής (Νομοθετική εξουσία) και διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης (Δικαστική εξουσία). Δηλαδή Κοινοβουλευτική Απολυταρχία.
Για να μη συμβαίνει αυτή η βραχυκύκλωση της Δημοκρατίας μας, πρέπει να εξασφαλισθεί η πραγματική Ανεξαρτησία των τριών βασικών λειτουργιών του Πολιτεύματος. Να μην αλληλοεμπλέκονται, να μην διαπλέκονται και να μην ανήκουν σε κομματική ή προσωπική εξουσία. Να ανήκουν όλες στον μοναδικό κυρίαρχο στην Δημοκρατία: στον Λαό.
Αυτό σημαίνει, ότι τόσο τα πρόσωπα όσο και οι αρμοδιότητες των τριών λειτουργιών πρέπει να μην έχουν καμία σύμπτωση και καμία αλληλεξάρτηση. Οι ηγεσίες τους να είναι αιρετές. Και να εκλέγονται με διαφορετικές εκλογές και διαφορετικό τρόπο.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Το Πολίτευμα να παραμείνει Προεδρευόμενη Δημοκρατία. Αλλά...:
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από τα τρία πέμπτα της Βουλής (μακάρι από την παμψηφία της) και συμβολίζει την ενότητα του Έθνους. Ηγείται συμβολικά των Ενόπλων Δυνάμεων. Και ελέγχει τις τρεις εξουσίες (Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική), ως προς την τήρηση των άρθρων του Συντάγματος. Με δικαίωμα εκτελεστικής υπογραφής νόμων ή αλλιώς παραπομπής νόμων, κυβερνητικών αποφάσεων όπως και αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων, όταν διχογνωμούν, στο Συνταγματικό Δικαστήριο, καθώς και δικαίωμα απονομής χάριτος σε ποινικούς καταδίκους.
Ο Πρόεδρος δεν είναι πρόσωπο της ενεργού πολιτικής. Και πάντως πρέπει να μην έχει οποιαδήποτε ενεργό πολιτική δράση κατά την τελευταία τουλάχιστον τριετία πριν από την εκλογή του. Επιδιώκεται να είναι πρόσωπο καταξιωμένο στην συνείδηση των πολιτών, ανεξαρτήτως πολιτικού χώρου, για την επιστημονική, πνευματική, επαγγελματική και κοινωνική του δράση.
Η θητεία του Προέδρου είναι εξαετής.
2.- ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ - ΚΟΜΜΑΤΑ - ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Τα κόμματα που συμμετέχουν στις σχετικές εκλογές επιδιώκουν μόνο την Κυβέρνηση. Καθένα υποδεικνύει προεκλογικά τον υποψήφιό του ως Πρωθυπουργό.
Ο αρχηγός του κόμματος, που κερδίζει την απόλυτη πλειοψηφία, στην πρώτη ψηφοφορία μεταξύ όλων των κομμάτων ή στην δεύτερη μεταξύ των δύο πρώτων που πλειοψήφησαν σχετικά στην πρώτη, ορκίζεται Πρωθυπουργός και σχηματίζει Κυβέρνηση, με στελέχη του κόμματός του ή της κοινωνίας των πολιτών.
Η θητεία της Κυβέρνησης είναι τετραετής. Και δεν διακόπτεται με πρόωρες εκλογές παρά μόνο για λόγους, που καθορίζονται περιοριστικά από το Σύνταγμα.
Η Κυβέρνηση διοικεί το Κράτος, με κυβερνητικές πράξεις και αποφάσεις, βάσει του Συντάγματος και των νόμων που ήδη ισχύουν ή νέων νόμων που εισηγείται και ψηφίζονται από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Και ελέγχονται για την συνταγματικότητά τους από το Συνταγματικό Δικαστήριο, εάν παραπεμφθούν εκεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή κατόπιν διχογνωμίας, ως προς την συνταγματικότητά τους, μεταξύ ανώτατων δικαστηρίων.
Το Κυβερνητικό Σώμα αποτελείται από 70 μέλη.
Ο Πρωθυπουργός, οι αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης, οι υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί, καθώς και όσα ακόμη ειδικά κυβερνητικά στελέχη ορίσει ο Πρωθυπουργός, αποτελούν το 60% του Κυβερνητικού Σώματος.
Τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, που παίρνουν στις εκλογές ορισμένο ποσοστό ψήφων εκπροσωπούνται στο Κυβερνητικό Σώμα, καθένα με τον Αρχηγό του και άλλους εκπροσώπους, που αυτός ορίζει, σε αριθμό ανάλογο με την εκλογική δύναμη κάθε κόμματος. Οι εκπρόσωποι των κομμάτων της Αντιπολίτευσης αποτελούν το 40% του Κυβερνητικού Σώματος.
Συζήτηση επί των νόμων που εισηγείται η Κυβέρνηση υποχρεωτικά αλλά και των κυβερνητικών πράξεων και αποφάσεων, με πρωτοβουλία της Κυβέρνησης ή με πρόταση των 2/3 της Αντιπολίτευσης, γίνεται ενώπιον της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία και αποφασίζει θετικά ή αρνητικά, αφού ακούσει όλες τις απόψεις.
Τα μέλη του Κυβερνητικού Σώματος, περιλαμβανομένων των μελών της Κυβέρνησης, συνεδριάζουν μαζί με τους βουλευτές, αντιπαραθέτουν τις απόψεις τους αλλά δεν ψηφίζουν.
Ο Πρωθυπουργός, οι Αρχηγοί των κομμάτων της Αντιπολίτευσης και ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων αποτελούν το Ανώτατο Συμβούλιο του Κράτους, που συνεδριάζει υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όποτε και όπως ορίζεται από τον κανονισμό του.
Τα μέλη του Κυβερνητικού Σώματος παίρνουν αποζημίωση, που ορίζεται από το νομοθετημένο κανονισμό του. Ο Πρωθυπουργός, οι αντιπρόεδροι της Κυβέρνησης, οι υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί παίρνουν επί πλέον αποζημίωση, για έξοδα παράστασης, που ορίζεται επίσης από τον κανονισμό.
Όλα τα κόμματα που συμμετέχουν στο Κυβερνητικό Σώμα στεγάζονται σε παραχωρούμενα και συντηρούμενα από το δημόσιο μικρά κτίρια, με επαρκή αριθμό αποσπασμένων δημοσίων υπαλλήλων, έχουν έμμισθες από το Δημόσιο επιτροπές νομοθετικής εργασίας και γραφειοκρατικές διευκολύνσεις στο έργο τους. Παράλληλα διατηρούν γραφεία και στο κτίριο του Κυβερνητικού Σώματος.
Τα κόμματα δεν χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά από τα μέλη τους και ιδιωτικούς φορείς, επώνυμα και με διαφάνεια. Τα έσοδα και οι δαπάνες τους ελέγχονται από ανεξάρτητη αρχή ειδικών επιστημόνων και δικαστικών λειτουργών.
3.- ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ - ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ - ΓΕΡΟΥΣΙΑ
Η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελείται από 200 βουλευτές, που εκλέγονται ως εξής:
- Οι 100 από κομματικές λίστες, σε κάθε εκλογική περιφέρεια, με το σύστημα της απλής αναλογικής. Κάθε εκλογική περιφέρεια εκλέγει αριθμό βουλευτών ανάλογο με το πληθυσμιακό της μέγεθος. Τα κόμματα εκλέγουν βουλευτές εφ όσον συγκεντρώνουν ένα ποσοστό ψήφων, που ορίζει ο νόμος.
- Οι άλλοι 100 από συνδικαλιστικές παραταξιακές λίστες όλων των κατηγοριών εργαζομένων και εργοδοτών της χώρας, πάλι με το σύστημα της απλής αναλογικής. Εκτός δικαστικών, στρατιωτικών, αστυνομικών και δημοσίων υπαλλήλων, που δεν μπορούν να πολιτεύονται παρά μόνο αν παραιτηθούν οριστικά από την υπηρεσία τους. Οι κλάδοι εργαζομένων και εργοδοτών εκλέγουν βουλευτές ανάλογα με τον αριθμό εγγεγραμμένων στα μητρώα των δευτεροβάθμιων ή τριτοβάθμιων οργανώσεων τους.
Οι βουλευτές είναι ανακλητοί, για ορισμένους από τον νόμο λόγους, με τεκμηριωμένη απόφαση και με επίσης ορισμένη διαδικασία, από τα σώματα που τους εξέλεξαν. Ο έτσι ανακαλούμενος βουλευτής αντικαθίσταται από τον αναπληρωματικό του.
Η θητεία των βουλευτών είναι τριετής. Πρόσωπο που έχει εκλεγεί βουλευτής για δύο συνεχείς θητείες, δεν μπορεί να είναι υποψήφιος για την επόμενη θητεία. Μπορεί, αν θέλει, για την μεθεπόμενη.
Οι βουλευτές εκλέγουν μεταξύ τους το Προεδρείο της Βουλής, σύμφωνα με τον κανονισμό της. Το Προεδρείο είναι υπεύθυνο, για την λειτουργία του Κοινοβουλίου (Κυβερνητικό Σώμα και Βουλή των Αντιπροσώπων), κατά τον κανονισμό του.
Οι βουλευτές, αφού ακούσουν τις απόψεις της Κυβέρνησης και της Αντιπολίτευσης, εγκρίνουν ή απορρίπτουν, κατά πλειοψηφία, τα σχέδια νόμων ή κυβερνητικών αποφάσεων, που εισάγονται προς ψήφιση. Δεν συμμετέχουν στην αντιπαράθεση Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης. Έχουν όμως δικαίωμα διευκρινιστικών ερωτήσεων και λόγου επί κάθε θέματος, κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Οι βουλευτές δεν μπορούν να είναι μέλη της Κυβέρνησης ή του Κυβερνητικού Σώματος. Εάν όμως ο Πρωθυπουργός ή Αρχηγός αντιπολιτευόμενου κόμματος επιλέξει κάποιον βουλευτή για μέλος της Κυβέρνησης ή μέλος της εκπροσώπησης του κόμματος στο Κυβερνητικό Σώμα και εκείνος το αποδεχθεί, οφείλει να παραιτηθεί από την βουλευτική του θέση, την οποία καταλαμβάνει ο πρώτος αναπληρωματικός του, για όσο διάστημα εκείνος ασκεί κυβερνητικά καθήκοντα ή είναι μέλος του Κυβερνητικού Σώματος.
Οι βουλευτές έχουν δικαίωμα να ασκούν το επάγγελμά τους. Για την βουλευτική τους ενασχόληση, παίρνουν αποζημίωση, που ορίζεται από τον νόμο. Οι βουλευτές της περιφέρειας παίρνουν ειδικό ποσόν, για έξοδα μετακίνησης, ανάλογα με την απόσταση.
Κάθε βουλευτής έχει γραφείο σε κτίριο (α) της Βουλής και δικαιούται δύο έμμισθους από την Βουλή επιστημονικούς συμβούλους και έναν αποσπασμένο δημόσιο υπάλληλο, για γραμματειακή υποστήριξη, καθώς και γραφειοκρατικές διευκολύνσεις.
Τα μέλη του Προεδρείου της Βουλής των Αντιπροσώπων έχουν γραφείο μέσα στο κτίριό της, γραμματειακή υποστήριξη, ειδικούς συμβούλους και, εκτός της βουλευτικής τους αποζημίωσης, παίρνουν ειδικό ποσόν, ως έξοδα παράστασης, που ορίζεται από τον κανονισμό.
Οι βουλευτές παίρνουν την σύνταξη του επαγγελματικού τους ταμείου.
Η Γερουσία αποτελείται από 30 μέλη, που εκλέγονται με ενιαία λίστα, μεταξύ εκείνων που έχουν διατελέσει βουλευτές, είναι εγγεγραμμένοι στην Ένωση πρώην Βουλευτών και επιθυμούν να είναι υποψήφιοι.
Η Γερουσία εξετάζει υποχρεωτικά κάθε νομοσχέδιο ή κυβερνητική απόφαση πριν αυτά πάνε στην Βουλή για ψήφιση και παρέχει γνώμη, συμβουλευτική και όχι υποχρεωτική, με απόφαση που λαμβάνεται κατά πλειοψηφία και στην οποία αναφέρεται και η άποψη της μειοψηφίας.
Η Γερουσία μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης της, να προτείνει νομοθετικά μέτρα ή κυβερνητικές αποφάσεις, με απόφασή της, που λαμβάνεται κατά πλειοψηφία και στην οποία αναφέρεται η άποψη της μειοψηφίας.
Οι γερουσιαστές εκλέγουν μεταξύ τους το Προεδρείο τους, που είναι υπεύθυνο για την λειτουργία της Γερουσίας, σύμφωνα με τον κανονισμό της.
Κάθε γερουσιαστής έχει γραφείο σε κτίριο της Γερουσίας, όπου και η αίθουσα των συνεδριάσεών της, δικαιούται έναν αποσπασμένο δημόσιο υπάλληλο, για γραμματειακή υποστήριξη και παίρνει αποζημίωση το μισό ποσόν της αποζημίωσης του βουλευτή.
Οι γερουσιαστές έχουν κοινή, έμμισθη από την Γερουσία, επιστημονική επιτροπή και κοινές γραφειοκρατικές διευκολύνσεις στο έργο τους.
3.- ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ - ΗΓΕΣΙΑ-ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
Καταργείται το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η Δικαστική Λειτουργία δεν έχει πολιτικό προϊστάμενο. Αυτοδιοικείται.
Το Δικαστικό Σώμα έχει τρεις Κλάδους, Ποινικό, Διοικητικό και Οικονομικό. Και τέσσερις βαθμίδες δικαστηρίων, Ειρηνοδικεία (συμβιβαστική επίλυση διαφορών), Πρωτοδικεία, Εφετεία και Ανώτατα Δικαστήρια (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο Επικρατείας και Ελεγκτικό Συνέδριο αντίστοιχα).
Οι δικαστές, στην άσκηση του λειτουργήματος τους υπακούουν μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους που ψηφίζει η Βουλή των Αντιπροσώπων.
Η Ανώτατη Ηγεσία του Δικαστικού Σώματος διαμορφώνει και προτείνει στην Κυβέρνηση τον Κανονισμό Λειτουργίας της Δικαιοσύνης, του Δικαστικού Σώματος και των Δικαστηρίων, που νομοθετεί η Βουλή των Αντιπροσώπων.
Οι Νομικοί Κώδικες της Ελληνικής Δικαιοσύνης διαμορφώνονται και επικαιροποιούνται, κάθε δέκα χρόνια, από ειδικές επιτροπές δικαστικών, καθηγητών Νομικών Σχολών και διαπρεπών Νομομαθών, που συγκροτούνται, με πρωτοβουλία της Ανώτατης Ηγεσίας του Δικαστικού Σώματος. Οι Κώδικες αυτοί υποβάλλονται στην Κυβέρνηση και νομοθετούνται από την Βουλή των Αντιπροσώπων.
Οι δικαστές μπαίνουν στο δικαστικό σώμα, με ειδικές εξετάσεις ανά κλάδο, που προκηρύσσονται από την Δικαστική Ηγεσία ανά κλάδο και διενεργούνται από εξεταστικές επιτροπές ανώτατων ή ανώτερων δικαστικών και καθηγητών Νομικών Σχολών. Εξελίσσονται βαθμολογικά και μισθολογικά βάσει του κανονισμού του Δικαστικού Σώματος, που διαμορφώνει-προτείνει η Δικαστική Ηγεσία και νομοθετεί η Βουλή των Αντιπροσώπων. Και αποχωρούν συνταξιοδοτούμενοι στο 65ο έτος της ηλικίας τους για τον πρώτο και δεύτερο βαθμό και στο 70 έτος για τα Ανώτατα Δικαστήρια. Υπηρεσιακές και πειθαρχικές ρυθμίσεις ορίζονται από τον κανονισμό του Δικαστικού Σώματος.
Απαγορεύονται ο συνδικαλισμός και οι κομματικές παρατάξεις στο Δικαστικό Σώμα. Οι δικαστικοί λειτουργοί δεν μπορούν να πολιτεύονται, ακόμη και μετά την συνταξιοδότησή τους. Συνταξιούχος δικαστικός μπορεί μόνο να επιλεγεί, για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Η υπηρεσιακή ηγεσία των δικαστών κάθε βαθμίδας εκλέγεται από όλους τους δικαστές της βαθμίδας αυτής, κάθε τριετία. Και η συλλογική Ανώτατη Ηγεσία του Δικαστικού Σώματος εκλέγεται από όλους του δικαστές των Ανώτατων Δικαστηρίων, κάθε τριετία. Είναι εξαμελής (τρεις τακτικοί δικαστές και τρεις εισαγγελείς, που προεδρεύουν ανά δύο κάθε χρόνο), με έξη αναπληρωματικούς.
Οι επτά παλαιότεροι δικαστές καθενός από τα τρία Ανώτατα Δικαστήρια (σύνολο 21) συνθέτουν το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ελλάδας, που αποφαίνεται, για την συναγματικότητα ή όχι νομοσχεδίων, νόμων και κυβερνητικών αποφάσεων, όταν παραπέμπονται ενώπιόν του, είτε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας είτε λόγω διχογνωμίας Ανώτατων Δικαστηρίων.
Ειρηνοδικείο υπάρχει σε κάθε Δήμο. Πρωτοδικείο σε κάθε μεγάλη πόλη, άνω των 100.000 κατοίκων. Εφετείο σε κάθε Περιφέρεια. Τα Ανώτατα Δικαστήρια είναι μοναδικά.
Ειδικές υπηρεσίες του Δικαστικού Σώματος φροντίζουν, για την επάρκεια στέγασης των δικαστηρίων, για την επάρκεια δικαστικού και διοικητικού προσωπικού, για τις σχετικές προσλήψεις και για την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων, υπό την εποπτεία και ευθύνη της Ανώτατης Ηγεσίας του Δικαστικού Σώματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια θα γίνονται δεκτά μόνο με ελληνικούς χαρακτήρες